Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Σύριζα, Οιωνοί μιας επερχόμενης πτώσης...

Γράφει ο  Γρηγόρης Τζιοβάρας, http://www.newmoney.gr

 
Τι ενώνει τον Μίκη Θεοδωράκη με τον Δημήτρη Κοντομηνά; Ποιό κοινό στοιχείο μπορεί να είχαν ο Μανώλης Γλέζος με τον Σταύρο Ψυχάρη; Και τί είναι εκείνο που συνέδεσε κάποια στιγμή τον Παναγιώτη Λαφαζάνη με τον Τάκη Μπαλτάκο; Ή τον Αριστείδη Μπαλτά με τον Γιάννη Λούλη, τον Αλέκο Αλαβάνο με τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο και τη Γιάννα Αγγελοπούλου με τον Στέφανο Τζουμάκα;

Πρόκειται για ένα μικρό δείγμα πολύπειρων, κατά τεκμήριο, προσώπων από τον χώρο της πολιτικής και των επιχειρήσεων που τα προηγούμενα χρόνια γοητεύθηκαν από τις μεγαλοστομίες του αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα. Με τον ένα ή τον άλλο, ο καθένας εξ αυτών συνέβαλε στην αναρρίχηση και στη διατήρησή του νεαρού πολιτικού στην πρωθυπουργία, την οποία κατέλαβε σχεδόν δια περιπάτου. Και, στην πραγματικότητα, το πέτυχε χωρίς να διαθέτει κανένα ιδιαίτερο ταλέντο, αλλά, όπως περίτρανα πλέον αποδεικνύεται, με μοναδικό προσόν το θράσος το οποίο τροφοδοτούσε τον αμοραλισμό που του επέτρεπε να επιδίδεται σε κάθε είδους απίθανους ισχυρισμούς και υπερφίαλες διακηρύξεις, του τύπου «θα μας παρακαλούν να μας δανείσουν».

Είναι οι ίδιοι που ένας προς έναν, άλλος νωρίτερα και άλλος αργότερα, άρχισαν να αντιλαμβάνονται το μέγεθος της ασύγγνωστης πλάνης με την οποία αντιμετώπισαν τον κ. Τσίπρα. Θα αρκούσε να επισημάνει κανείς τα όσα με ύστερη γνώση πρεσβεύουν για εκείνον οι δύο προκάτοχοί του στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ: ο Αλέκος Αλαβάνος, ο οποίος τον έχρισε διάδοχό του, και ο Νίκος Κωνσταντόπουλος ο οποίος τον στήριξε σθεναρά στα πρώτα αρχηγικά βήματα. Παρότι βγαλμένοι και οι δύο από το καμίνι της προδικτατορικής και μεταδικτατορικής πολιτικής διαπάλης, βρέθηκαν χωρίς να το καταλάβουν στο περιθώριο από ένα μειράκιο της πολιτικής που απέδειξε πως για να κερδίσει όσα διεκδικούσε ήταν διατεθειμένος να κάνει τα πάντα.

Δεν ήταν, πάντως, μόνον από την αριστερή όχθη όσοι –με πιο πρόσφατο, αλλά πιθανότατα όχι τελευταίο, τον Αριστείδη Μπαλτά, ο οποίος απομακρύνθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού, χωρίς, όπως δήλωσε, να καταλάβει γιατί- βίωσαν την ψυχρολουσία ότι «χρησιμοποιήθηκαν» για τη δόξα του εκκολαπτόμενου ηγέτη και κατόπιν τους επιφυλάχθηκε η τύχη της στημένης λεμονόκουπας. Αφήνοντας κατά μέρος τους επιχειρηματίες, οι οποίοι πιθανότατα είχαν ως μοναδικό κίνητρο την υπεράσπιση των επιχειρηματικών τους συμφερόντων, δεν μπορεί να μην εκπλήσσεται κανείς με όσους από τον χώρο της συντηρητικής παράταξης έπεσαν τόσο εύκολα θύματα της τσιπρικής γοητείας: «ο Τσίπρας ιδρώνει τη φανέλα» ισχυριζόταν στις αρχές του 2015 ο κ. Μπαλτάκος, πάλαι ποτέ στενός συνεργάτης του Αντώνη Σαμαρά. Ενώ την ίδια ώρα διάφοροι σμπίροι απέδιδαν στον έτερο «γαλάζιο» πρώην πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή φράσεις του τύπου «τον πάω τον "μικρό"» ή «ο "μικρός" έχει δίκιο» στην εποχή της βαρουφάκειας δήθεν διαπραγμάτευσης με τους Ευρωπαίους εταίρους.

Σε πείσμα, ωστόσο, των βαθυστόχαστων αναλύσεων του κ. Λούλη, ο οποίος υποστήριζε το καλοκαίρι του 2015 ότι «η σύνεση είναι η πιο καθοριστική πυξίδα στον δρόμο που μοιάζει να διαλέγει ο Aλέξης Tσίπρας» και προεξοφλούσε την κυριαρχία του στον λεγόμενο «μεσαίο χώρο», χαρακτηρίζοντάς την «ευπρόσδεκτο δώρο», όποιος διάβασε την τελευταία δήλωση του Μίκη Θεοδωράκη για τον.... «μάγκα Τσίπρα», ο οποίος, ενώ «το παίζει επαναστάτης» στην Αβάνα, επιστρέφοντας στην Αθήνα «ξαναγίνεται «το παιδί που κάνει τα θελήματα της Μέρκελ», εύκολα αντιλαμβάνεται πόσο η πραγματικότητα διέψευσε τις προσδοκίες όλων όσοι είχαν επενδύσει στον πολιτικό που αυτοεπαιρόταν δημοσίως επειδή «κατάφερε στα σαράντα του να γίνει πρωθυπουργός».

Ανεξαρτήτως αν συμφωνεί ή όχι κανείς με την εμβρίθεια της πολιτικής ανάλυσης του διάσημου μουσικοσυνθέτη, τα όσα έγραψε ο Μίκης σχολιάζοντας το πρωθυπουργικό ταξίδι στην Κούβα, αποτελούν έναν σαφή οιωνό για το ξεκίνημα της αντίστροφης μέτρησης προς την πτώση της εξουσίας του κ. Τσίπρα. Μιας εξουσίας που οικοδομήθηκε στα σαθρά θεμέλια θεολογικού τύπου πεποιθήσεων όπως εκείνη που ήθελε τους δανειστές να μας διαγράφουν το μεγαλύτερο μέρος τους χρέους, χάρις στη γοητεία που θα ασκούσε πάνω τους ο έλληνας πρωθυπουργός, κατά το προηγούμενο της εγχώριας επιχειρηματικής ελίτ που του είχε παραδοθεί αμαχητί.

Άλλωστε, μόνον όποιος εθελοτυφλεί δεν βλέπει πλέον τη μεγάλη μεταστροφή της κοινής γνώμης, όπως καταγράφεται και στις έρευνες που δημοσιεύουν και φιλικά προς την κυβέρνηση μέσα ενημέρωσης. Πέρασε, για παράδειγμα, σχετικά απαρατήρητη μια μέτρηση – καταπέλτης που είδε τις προηγούμενες ημέρες το φως από τις στήλες της «Εφημερίδας των Συντακτών». Η εταιρία Prorata που τη διεξήγαγε βρήκε ότι μόλις το 8% του εκλογικού σώματος δηλώνει, με βεβαιότητα ανώτερη του 80%, πρόθεση να ξαναψηφίσει τον ΣΥΡΙΖΑ, όταν το αντίστοιχο ποσοστό για τη ΝΔ είναι 21%, καθώς επίσης και ότι είναι πολύ λιγότεροι εκείνοι που χαρακτηρίζουν «έντιμο» και «αποτελεσματικό» τον Αλέξη Τσίπρα σε σχέση με όσους πιστεύουν το ίδιο για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Ακόμη πιο σημαντικά, όμως, είναι τα ευρήματα της ίδιας έρευνας που καταδεικνύουν ότι πλέον όλα όσα υπερασπίζεται ο κ. Τσίπρας είναι μειοψηφικές απόψεις για την ελληνική κοινωνία, η οποία διαφωνεί, πλειοψηφικά, με τον χωρισμό Κράτους – Εκκλησίας, τάσσεται υπέρ της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, συμφωνεί να απολύονται οι δημόσιοι υπάλληλοι που αξιολογούνται αρνητικά και επιθυμεί χαμηλότερη φορολογία για τις επιχειρήσεις.

Ο πιο αξιόπιστος οιωνός, όμως, για τα μελλούμενα μοιάζει να είναι η απάντηση στο ερώτημα – άλλοθι των κυβερνώντων: «και γιατί οι άλλοι καλύτεροι ήταν;». Όλο και περισσότεροι συμπολίτες μας απαντούν θετικά και αυτό δεν μπορεί να το αρνηθούν ούτε οι πιο ακραίοι αρνητές της δημοσκοπικής αξιοπιστίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου