Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Ποιοι δεν θα ξαναψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ...

Του Γιάννη Παντελάκη, http://www.liberal.gr

Στις τελευταίες εκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε να γίνει ελκυστικός σε μια σειρά από κοινωνικές ομάδες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Στους περίπου εικοσιδύο μήνες από τότε, συνέβησαν πολλά, ο πολιτικός χρόνος μάλιστα ήταν πολύ μεγαλύτερος από τον πραγματικό. Η εφαρμογή ενός μνημονίου με μέτρα πολύ περισσότερα απ' όσα αρχικά πίστευαν οι ψηφοφόροι του Σεπτεμβρίου 2015, αλλά και πολιτικές συμπεριφορές που αλλοίωσαν την εικόνα που υπήρχε για τον ΣΥΡΙΖΑ εκείνη την εποχή. Οι ομάδες αυτές, έχουν αλλάξει θεαματικά την πολιτική τους στάση.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μια σχεδόν παγιωμένη εικόνα η οποία έχει δυο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Την μεγάλη διαφορά στην επιρροή του εκλογικού σώματος μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ και την αδυναμία του τελευταίου να περιορίσει τις απώλειες των ψηφοφόρων του προς διάφορες κατευθύνσεις. Ο χρόνος των επόμενων εκλογών είναι άγνωστος, με μεγαλύτερες πιθανότητες αυτός να κινείται στο δεύτερο εξάμηνο του 2018. Πριν δηλαδή αρχίσει η εφαρμογή των νέων μειώσεων στις συντάξεις (μέσω της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς) και της μείωσης του αφορολόγητου. Είναι ικανός ο ΣΥΡΙΖΑ στο χρόνο που απομένει ν' ανατρέψει αυτή την εικόνα;

Η λογική απαντάει πως όχι. Η έξοδος στις αγορές -ακόμα και αν αυτή έχει συνέχεια-, διάφορα αναπτυξιακά συνέδρια στις 13 περιφέρειες της χώρας, οι επικοινωνιακού χαρακτήρα δημόσιες εμφανίσεις του Α. Τσίπρα και διάφορες ανάλογες πρωτοβουλίες, έχουν αυτόν το στόχο. Οι πιθανότητες ωστόσο να είναι ο στόχος αυτός προσεγγίσιμος, είναι θεαματικά μικρές. Η επικοινωνία δεν μπορεί επ' αόριστον να υποκαθιστά την παραγωγή πολιτικής και μια ολοένα περισσότερο φτωχοποιημένη κοινωνία δεν «συγκινείται» απ' όλα αυτά. Σ' έναν μακροχρόνια άνεργο ή κάποιον που αδυνατεί να πληρώσει τους φόρους του, η έξοδος στις αγορές δεν σημαίνει απολύτως τίποτα.

Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, τον ΣΥΡΙΖΑ τον επέλεξαν ομάδες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Οι νέοι για παράδειγμα και ιδιαίτερα οι φοιτητές τον προτίμησαν σε ποσοστό 36,6% έναντι μόνο 17,3% της Ν.Δ. Υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος για να τον ξαναψηφίσουν; Η ανεργία των νέων εξακολουθεί και βρίσκεται σε δυσθεώρητα επίπεδα, οι εργασίες που βρίσκουν όσοι βρίσκουν, αμείβονται με 300-400 ευρώ το μήνα, όσοι έχουν ιδιαίτερα προσόντα επιλέγουν τη μετανάστευση. Ακόμα και οι νέοι που επέλεξαν τον ΣΥΡΙΖΑ ως φορέα αμφισβήτησης του συστήματος, έχουν πάψει να τον θεωρούν τέτοιο.

Τον ΣΥΡΙΖΑ τον ψήφισαν με συντριπτικά ποσοστά οι άνεργοι, 42,8% έναντι 17,3% που επέλεξαν τη Ν.Δ. Η πλειονότητα από αυτούς τους ανέργους, δυο σχεδόν χρόνια μετά, παραμένουν άνεργοι. Και κυρίως παραμένουν χωρίς κάποια σοβαρή προοπτική, ανεξάρτητα από την ηλικία τους. Οι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται είναι κυρίως μερικής απασχόλησης, οι αμοιβές που προσφέρονται ιδιαίτερα χαμηλές, οι συνθήκες στην αγορά εργασίας παραπέμπουν σε ζούγκλα. Ανασφάλιστοι, απλήρωτοι για μεγάλο χρόνο, πλήρης απασχόληση με μισή αμοιβή κ.ο.κ.

Οριακά περισσότεροι (33,9%-32,1%) και οι αγρότες που επέλεξαν τότε τον ΣΥΡΙΖΑ. Το τσεκούρι στις επιδοτήσεις, τα υψηλά ασφάλιστρα, η μεγάλη φορολόγηση και μια σειρά από άλλες πολιτικές που επιβαρύνουν αυτή την κατηγορία, λειτουργούν αρνητικά για τη σημερινή κυβέρνηση και σ' αυτή την κατηγορία. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τους συνταξιούχους όπου η επιρροή της Ν.Δ. στις τελευταίες εκλογές μπορεί να ήταν μεγαλύτερη (36,3%), αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τα είχε πάει καθόλου άσχημα, τον είχε ψηφίσει το 33,8% των συνταξιούχων. Οι περικοπές που ήδη έχουν γίνει, σε συνδυασμό με αυτές που έρχονται από το 2019, θα απομακρύνει μεγάλα τμήματα των συνταξιούχων από το κυβερνητικό κόμμα.

Τις πιο καλές επιδόσεις του, ο ΣΥΡΙΖΑ τις είχε στους δημοσίους υπαλλήλους (37,3% έναντι 28,2%) αλλά και στους ιδιωτικούς (33,9% έναντι 32,1%). Στους δεύτερους τέτοια ποσοστά δεν πρόκειται να τα ξαναδεί για αυτονόητους λόγους, στους πρώτους προφανώς και θα συγκρατήσει μεγάλα ποσοστά επιρροής αλλά επίσης προφανώς όχι όσο εκείνα που πήρε στις εκλογές. Το αφορολόγητο -και όχι μόνο- αφορά και αυτή την κατηγορία εργαζομένων. Από τους ελεύθερους επαγγελματίες -για την εκλογική συμπεριφορά των οποίων το 2015, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία- θεωρείται αυτονόητο πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει να περιμένει πολλά. Μόνο τον παράγοντα φορολογία να υπολογίσει κάποιος και θα κατανοήσει την δυσκολία του ΣΥΡΙΖΑ να προσεγγίσει θετικά αυτή την ομάδα.

Εν κατακλείδι, το βασικό κυβερνητικό κόμμα, έχει ιδιαίτερα περιορισμένες δυνατότητες να αλλάξει την προαναφερόμενη εικόνα στον όποιο χρόνο απομένει ως τις εκλογές. Ο,τι και αν συμβεί στο χρόνο αυτόν, τα αποτελέσματα στην οικονομία -που αποτελεί το βασικότερο κριτήριο για τον καθορισμό της ψήφου- δεν μπορεί να είναι ορατά και χειροπιαστά ώστε κάποια από τις προαναφερόμενες κοινωνικές ομάδες, ν' αλλάξει πολιτική συμπεριφορά. Σ' αυτά τα δεδομένα, ας προσθέσουμε και την απογοήτευση εκείνων που κάνουν την επιλογή τους με αξιακά κριτήρια. Το ήθος, τη βούληση για περιορισμό της διαπλοκής, το πολιτισμικό επίπεδο, τον εκσυχρονισμό του κράτους, τον περιορισμό των εξωθεσμικών εξουσιών κ.ο.κ. Υπάρχουν πολλοί που θα επέλεγαν τον ΣΥΡΙΖΑ για τις καλές επιδόσεις του σ' αυτά;

Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Οι αντιδραστικές θεωρίες που προσβάλλουν βάναυσα τους πολίτες του Διονύσου



Οι ελιτίστες μας.
Δεν είναι που απέτυχαν εδώ και χρόνια όλες τους οι πρωτοβουλίες να διαδραματίσουν έναν εναλλακτικό, όπως διατυμπάνιζαν δεξιά κι αριστερά, ρόλο στα δημοτικά δρώμενα.
Δεν είναι που επάξια κατέκτησαν περίοπτη θέση στο περιθώριο των εξελίξεων, πλήρως απομονωμένοι.
Δεν είναι που ασκούνται στην τυφλή καταγγελία κι αντιπολίτευση, προκειμένου να εκτονωθούν.
Δεν είναι που αλλάζουν θέσεις και στρατόπεδα χωρίς αρχές, σαν τα πουκάμισα, προκειμένου να πλήξουν τους εκάστοτε αντιπάλους τους.
Δεν είναι που γελοιοποιούνται κι εξευτελίζονται διαρκώς, χωρίς να διδάσκονται το παραμικρό.

Είναι που έχουν ανέβει στο θρόνο του Βούδα κι από εκεί, αφ΄ υψηλού, εξαπολύουν τα άσφαιρα πυρά τους κατά πάντων. Αλλά κυρίως κατά των πολιτών, που δεν καταλαβαίνουν χρόνια τώρα τις σοφίες τους και γυρίζουν επιδεικτικά την πλάτη στις  «βαθυστόχαστες»  αναλύσεις τους. Κι εδώ αρχίζει το πανηγύρι των χαρακτηρισμών: «πρόβατα» που άγονται και φέρονται από τους  «βοσκούς», χωρίς καμιά δυνατότητα αντίληψης και πάει λέγοντας.

Τώρα, επειδή σιγά-σιγά θα μπαίνουμε σε προεκλογικές ζυμώσεις για τις δημοτικές εκλογές του Μαίου 2019, παίρνουν ξανά θέση κοάζοντας, μήπως και τους προσέξει κάποιος. Αλλά ματαίως κι αυτή τη φορά…

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Ο Νικήτας Κακλαμάνης κάνει πώς δεν ξέρει ποιοι οδήγησαν το έλλειμμα του 2009 στα ουράνια

Από αριστερά: 
Ευκλείδης Τσακαλώτος, Ανδρέας Γεωργίου, Κώστας Καραμανλής, Νικήτας Κακλαμάνη. 

Ο Νικήτας δεν ξέρει, να του πει ο Ευκλείδης…


Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Σάκης Μουμτζής, ο Άκης εκτελεί συμβόλαιο του ΣΥΡΙΖΑ

Γράφει ο  Σάκης Μουμτζής, http://makthes.gr

Ο Άκης δεν θα επιστρέψει στο κελί του, καθώς έχει να εκτελέσει μιαν αποστολή. Να προσπαθήσει να περιορίσει όσο μπορεί τη δυναμική της Δημοκρατικής Συμπαράταξης. Γιατί είναι ολοφάνερο πως ο κύριος αντίπαλος του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η Νέα Δημοκρατία.

Ο Άκης Τσοχατζόπουλος αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας. Η πολιτεία φάνηκε μεγάθυμη απέναντί του και του έδωσε την ελευθερία του. Αυτός, αντί να χαρεί τη νέα κατάσταση μαζί με την οικογένειά του μαζί ή χωρίς τα κλοπιμαία, προτίμησε, πριν καν στεγνώσει η μελάνη του αποφυλακιστηρίου του, να εμφανιστεί σε τηλεοπτικό σταθμό και να δώσει μία πολιτική συνέντευξη. Αεράτος, κουστουμαρισμένος, ήταν ο Άκης που όλοι θυμόμασταν. Σε σημείο που κάποιοι κακεντρεχείς να πουν, “αφού είναι μια χαρά, αφού αποθεραπεύτηκε, γιατί δεν επιστρέφει στο κελί του;”.

Ο Άκης δεν θα επιστρέψει στο κελί του, καθώς έχει να εκτελέσει μιαν αποστολή. Να προσπαθήσει να περιορίσει όσο μπορεί τη δυναμική της Δημοκρατικής Συμπαράταξης. Γιατί είναι ολοφάνερο πως ο κύριος αντίπαλος του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η Νέα Δημοκρατία.

Η ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος έχει συνειδητοποιήσει πως η ήττα στις εκλογές είναι δεδομένη. Η φθορά έχει δημιουργήσει μιαν αμετάκλητη κατάσταση.

Το ζητούμενο για τον Αλέξη Τσίπρα είναι αν θα χάσει ή αν θα συντριβεί. Και αυτό εξαρτάται αποκλειστικά από τα ποσοστά της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, που έχει αναδειχθεί στον υπ’ αριθμόν 1 αντίπαλο του ΣΥΡΙΖΑ.

Αν η δυναμική του χώρου της κεντροαριστεράς, περίπου 12%-14%, απορροφηθεί ολόκληρη από τη ΔΗΣΥ, τότε η εκλογική ήττα του κυβερνώντος κόμματος θα μετατραπεί σε εκλογική πανωλεθρία.
Στρατηγικός στόχος της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ είναι να μην υπάρξει ενδιάμεσος δυναμικός πόλος μεταξύ αυτού και της Νέας Δημοκρατίας. Επιθυμεί το δικομματισμό, που θα του επιτρέψει να ηγεμονεύσει στο χώρο της κεντροαριστεράς.

Έτσι έχει χαράξει μία διττή τακτική απέναντι στη ΔΗΣΥ, που περιλαμβάνει και επιθέσεις φιλίας και έντονη κριτική. Εδώ κάπου λειτουργούν η παρουσία και ο ρόλος του Α. Τσοχατζόπουλου.

Σκοπός του είναι να αποτρέψει τον επαναπατρισμό των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, που μετακόμισαν μαζικά στο ΣΥΡΙΖΑ. Με τη ρητορεία του και την “αποκάλυψη” σκανδάλων να τους εγκλωβίσει εκεί όπου βρίσκονται σήμερα. Η επάνοδος του Άκη στην πολιτική αυτό το στόχο έχει. “Μα είναι δυνατόν να ανατεθεί τέτοια αποστολή σε έναν πολιτικό καταδικασμένο για διαφθορά;”, θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης. “Τι απήχηση μπορεί να έχει ο λόγος του”;

Αρχικά να πω ότι ο πνιγμένος από τα μαλλιά πιάνεται. Στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα θα ρίξει στο τραπέζι όσα χαρτιά διαθέτει. Έτσι κατά τρόπο αδίστακτο χρησιμοποιεί, για να λασπώσει, τους πολιτικούς αντιπάλους του, τον υπόδικο Μαρτίνη του Ερυθρού Σταυρού, τον ισοβίτη Γιαννουσάκη του “Noor 1”, τον αποφυλακισθέντα για λόγους υγείας Άκη Τσοχατζόπουλο. Από τη λάσπη πάντα κάτι μένει.

Επιπλέον ο Άκης λόγω της πελατειακής πολιτικής που άσκησε και λόγω της ιστορικής παρουσίας του στο Κίνημα διατηρεί ακόμη επιρροή σε στελέχη του “βαθέος ΠΑΣΟΚ”, που από το 2011 άρχισαν να συρρέουν στο ΣΥΡΙΖΑ. Αποστολή του είναι να μην επιτρέψει την επάνοδό τους στη ΔΗΣΥ.

Έτσι θα ενταθούν οι επιθέσεις του κατά των κυβερνήσεων Σημίτη και Παπανδρέου, ενώ παράλληλα θα επαναλαμβάνεται η στήριξή του στο ΣΥΡΙΖΑ. Τα αποτελέσματα αυτής της απέλπιδας προσπάθειας θα τα δούμε λίαν προσεχώς.

Πάντως προτείνω στους συντρόφους του ΣΥΡΙΖΑ για αυτές τις υπηρεσίες του να τοποθετήσουν τον Άκη πρώτο στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας.

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Βούρκος στα 2,5 χρόνια ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, μέρος Δεύτερο...

Μ. Γιαννουσάκης: «Ο κ. Καμμένος μου είπε ‘δώσε τον Μαρινάκη’»

| 6/7/2017, http://unfollow.com.gr

Την ώρα που φουντώνει η κεντρική πολιτική αντιπαράθεση γύρω από την υπόθεση Noor-1, μετά και την κατάθεση από τη ΝΔ επίσημης πρότασης για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής, νέες πτυχές έρχονται στο φως μέσα από νέα συνέντευξη που παραχώρησε στο UNFOLLOW o καταδικασμένος σε ισόβια για την υπόθεση αυτή Μάκης Γιαννουσάκης. Ενώ ο υπουργός Εθνικής Άμυνας υποστήριξε στις 3 Ιουλίου 2017 στη Βουλή ότι κατά βάση τον έβαλε να επαναλάβει την απόρρητη κατάθεσή του από τον Ιούλιο του 2015, ο Μ. Γιαννουσάκης τον διαψεύδει και επιμένει ότι ο βασικός λόγος των επίμονων επικοινωνιών του υπουργού Εθνικής Άμυνας μαζί του ήταν για να τον πείσει να καταθέσει κατά του Βαγγέλη Μαρινάκη: «Ο κ. Καμμένος μου είπε 'δώσε τον Μαρινάκη'». Υποστηρίζει δε ότι θα τοποθετηθεί πλήρως εάν γίνει τελικά εξεταστική επιτροπή.

Ο Γιαννουσάκης υποστηρίζει ότι εξαιτίας αυτής της πίεσης προσήλθε εκείνο το βράδυ η προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πειραιά κ. Τζίβα για να πάρει κατάθεση, παρότι ο ίδιος υποστηρίζει ότι εξαρχής είχε κάνει ξεκάθαρο ότι δεν είχε τίποτα να καταθέσει. Το μόνο που έδωσε, ανεπίσημα εκείνο το βράδυ και επίσημα με κατάθεση λίγες μέρες μετά, ήταν αντίγραφα της κίνησης του εταιρικού λογαριασμού του, που κατά τον Γιαννουσάκη δεν έχουν σχέση με την υπόθεση.

Παράλληλα, ο Γιαννουσάκης αρνείται ότι απευθύνθηκε ο ίδιος και ζήτησε τη βοήθεια του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου και του υπουργού Εθνικής Άμυνας Πάνου Καμμένου. Επιμένει ότι ήταν αυτοί που τον προσέγγισαν και όχι το αντίθετο: «Εγώ δεν ζήτησα ποτέ τη βοήθεια του κ. Καμμένου. Όπως και δε ζήτησα ποτέ τον κ. Τριανταφυλλόπουλο.» 

Ο Γιαννουσάκης επιμένει ότι υπάρχει ένα ευρύτερο φάσμα επικοινωνιών είτε του κ. Καμμένου είτε συνεργατών του, πράγμα που επίσης, εάν ισχύει, γεννά σοβαρά ερωτήματα, ενώ το ίδιο ισχύει και ο διαρκώς επανερχόμενος στην υπόθεση και ιδιαιτέρως παρεμβατικός ρόλος του δημοσιογράφου Μάκη Τριανταφυλλόπουλου.

Προφανώς και, όπως έχουμε πει πολλές φορές, χρειάζεται η μέγιστη επιφύλαξη όταν μιλάμε για τα λεγόμενα ενός καταδικασμένου σε πρώτο βαθμό σε ισόβια για μια υπόθεση μεταφοράς ναρκωτικών, που δεν υποστηρίζει ότι είναι αθώος αλλά διεκδικεί ελαφρυντικά στο όνομα της συνεργασίας του στην αποκάλυψη της υπόθεσης.

Την ίδια στιγμή, όμως, είναι σαφές ότι κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ερωτήματα που αφορούν γενικά την κυβέρνηση αλλά και ειδικά τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Πάνο Καμμένο. Έναν υπουργό που στην αρχή είπε ότι απλώς του ζήτησε ο Γιαννουσάκης δικαστική προστασία, μετά υποστήριξε ότι σε πλήθος συζητήσεων και για χρόνο περίπου 20 λεπτών επαναλάμβανε στον Γιαννουσάκη να δώσει την κατάθεση και τα εξτρέ και στη συνέχεια προσέφερε άλλη εκδοχή υποστηρίζοντας ότι τον έβαλε να του πει την κατάθεση του 2015 και τελικά ακόμη κι αυτή την εκδοχή τη διαψεύδει ο Γιαννουσάκης.

Γιατί, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας είχε στα χέρια του μια απόρρητη κατάθεση ενός προστατευόμενου μάρτυρα, για μια πολύ σοβαρή υπόθεση, μιας σε εξέλιξη έρευνας και όχι μιας ολοκληρωμένης δικογραφίας (οπότε θα ήταν λογικό να βλέπουν διάφορα στοιχεία της να διαρρέουν από εδώ και από εκεί); Είχε κάποια αρμοδιότητα ένας υπουργός Εθνικής Άμυνας να αναλάβει στη βάση αυτής της κατάθεσης να πείσει έναν ισοβίτη να καταθέσει, παρά την άρνησή του, και μάλιστα ως κομμάτι της άσκησης πειθούς να του ζητάει να δώσει κατάθεση εναντίον συγκεκριμένου προσώπου; Πότε ξεκίνησαν αυτές οι επικοινωνίες είτε του ίδιου του Πάνου Καμμένου είτε συνεργατών του και για πόσο κράτησαν; Τι σηματοδοτεί η συνεργασία υπουργών με ένα δημοσιογράφο όπως ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος και τελικά ποιος ακριβώς ο ρόλος του δημοσιογράφου και η σχέση με τη διαχείριση μιας τόσο κρίσιμης ποινικής υπόθεσης; Ποιος ο ρόλος του κ. Χριστοφορίδη, ενός ανακριτικού υπαλλήλου που η δράση του δείχνει να υπερβαίνει τα όρια απλώς του ανακριτικού του ζήλου; (Να θυμίσουμε, πέραν όλων των άλλων, και τον τρόπο που στη συνομιλία του με τον Γιαννουσάκη που αποκάλυψε το UNFOLLOW, δείχνει να μεταφέρει πιέσεις και «οικονομικές προσφορές» και άλλου επιχειρηματία.) Ποια η σχέση του κ. Χριστοφορίδη με τον Πάνο Καμμένο; Έχουν συναντηθεί; Πότε και γιατί;

Και βέβαια σε όλα αυτά υπάρχει και ένα ακόμη αναπάντητο ερώτημα: ο πρωθυπουργός της χώρας Αλέξης Τσίπρας μέχρι τώρα έχει δώσει κάλυψη στον υπουργό Εθνικής Άμυνας, πιθανώς και ως αποτέλεσμα της ανάγκης να διατηρηθεί η εύθραυστη κυβερνητική ισορροπία. Όμως, γνώριζε για τις κινήσεις του υπουργού Εθνικής Άμυνας ή ο Π. Καμμένος κινήθηκε αυτοβούλως και, εάν ισχύει το δεύτερο, τι προτίθεται να κάνει τώρα που η υπόθεση αποκαλύπτεται;

Η υπόθεση Noor-1 είναι ανάγκη να διαλευκανθεί πλήρως. Με τις διαδικασίες που προβλέπει ο νόμος και όχι μέσω παρεμβάσεων πολιτικών προσώπων, δημοσιογράφων, επιχειρηματιών. Για να σταματήσει να δηλητηριάζει το δημόσιο βίο, να αποτελεί εργαλείο σε εγχειρήματα αναδιάταξης πολιτικών και επιχειρηματικών συσχετισμών, να επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο. Γιατί σε μια χώρα που υπέφερε τα προηγούμενα χρόνια και που το πολιτικό σύστημά της υπόσχεται ακόμη περισσότερα χρόνια λιτότητας, ο μετασχηματισμός της πολιτικής και της δημοσιογραφίας απλώς σε ένα πεδίο σύγκρουσης αντιμαχόμενων επιχειρηματικών συμφερόντων θα κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Αυτό είναι το διακύβευμα και όχι η όποια προκατασκευασμένη εικόνα της πραγματικότητας έχει ο καθένας στο μυαλό του, συνήθως χωρίς να έχει αντιληφθεί πώς και γιατί, και κυρίως από ποιους, αυτή κατασκευάστηκε.

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη του Μ. Γιαννουσάκη-
http://unfollow.com.gr/web-only/m-giannousakis-o-k-kammenos-mou-eipe-dose-ton-marinaki/




Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Ο βούρκος των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στα 2,5 χρόνια...

Όταν ο Μάκης συντονίζει υπουργούς και εισαγγελείς

| 4/7/2017, http://unfollow.com.gr


Νέα στοιχεία δείχνουν ότι ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος στην υπόθεση Noor-1 κινήθηκε πολύ πέραν του απλού δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος. Αντίθετα, τον παρουσιάζουν να παίζει κομβικό ρόλο στην προσπάθεια να κινηθεί η διεύρυνση σε συγκεκριμένη κατεύθυνση και με βάση συγκεκριμένη ατζέντα.


Στις διπλές εκλογές του 2014, ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος, εξαπολύοντας μια χυδαία επίθεση ενάντια στον Γαβριήλ Σακελλαρίδη, υποψήφιο τότε για τον Δήμο της Αθήνας, έγινε για τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ το κατεξοχήν παράδειγμα προς αποφυγή, ο ιδεότυπος του κιτρινισμού στον Τύπο.

Σήμερα ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος έχει γίνει η αιχμή του δόρατος στην επικοινωνιακή απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στις αποκαλύψεις που έγιναν για τις πιέσεις που ασκήθηκαν στον ισοβίτη Μάκη Γιαννουσάκη για να καταθέσει εναντίον του εφοπλιστή Βαγγέλη Μαρινάκη, με πρωταγωνιστή τον αξιωματικό του Λιμενικού Παναγιώτη Χριστοφορίδη, αλλά και για τις δώδεκα τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε με τον ισοβίτη ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Πάνος Καμμένος.

Με σειρά άρθρων στην ιστοσελίδα zougla.gr τις τελευταίες μέρες, όχι μόνο διαρκώς προσπαθεί να δικαιολογήσει τους κυβερνητικούς χειρισμούς, αλλά και επιτίθεται σε όσους έθεσαν ερωτήματα και ζήτησαν απαντήσεις για τα όσα συνέβησαν.

Μάλιστα, όχι μόνο παραδέχεται ότι έχει από καιρό ενεργό ανάμειξη στην υπόθεση αλλά και ότι πήρε την πρωτοβουλία να ενημερώσει τους αρμόδιους υπουργούς. Όπως έχει αφηγηθεί ο ίδιος αφού ήρθε στα χέρια του ανώνυμη επιστολή που αφορούσε την υπόθεση Noor-1 και αφού επιβεβαίωσε ότι παρόμοια επιστολή είχε σταλεί και στον υπουργό Εθνικής Άμυνας Πάνο Καμμένο, στη συνέχεια άρχισε να διερευνά την υπόθεση, να μαζεύει κατά δήλωσή του στοιχεία και να επικοινωνεί με τον ισοβίτη Μάκη Γιαννουσάκη. Αφού η σχέση τους «είχε γίνει πιο στενή» επικοινώνησε με τον υπουργό Δικαιοσύνης Σταύρο Κοντονή, ο οποίος τον παρέπεμψε στις εισαγγελικές αρχές. Αργότερα και αφού κατά δήλωσή του είχε και επιπλέον στοιχεία όπως έγραψε «επιχείρησα ανεπιτυχώς να επικοινωνήσω για δεύτερη φορά με τον υπουργό Δικαιοσύνης Σταύρο Κοντονή».

Συνεχίζει ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος γράφοντας ότι «απευθύνθηκα αμέσως μετά στον Πάνο Καμμένο, για να τον καταστήσω υπεύθυνο τόσο εκείνον όσο και τα υπόλοιπα μέλη της κυβέρνησης και τους αρμόδιους υπουργούς Προστασίας του Πολίτη και Δικαιοσύνης για την ασφάλεια της ζωής ενός τόσο πολύτιμου μάρτυρα. Ετσι ενεπλάκη ο υπουργός Άμυνας στην υπόθεση ο οποίος επικοινώνησε το ίδιο βράδυ με τον υπουργό Δικαιοσύνης και με τον κρατούμενο Γιαννουσάκη. Ήταν μάλιστα τόση η σπουδή τους που δόθηκε οδηγία στην αρμόδια εισαγγελέα να επισκεφθεί άμεσα τον κρατούμενο και να του πάρει κατάθεση για όσα μου είχε αποκαλύψει». 

Ο ίδιος ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Πάνος Καμμένος παραδέχτηκε, μιλώντας στη Βουλή στις 3 Ιουλίου ότι όντως επικοινώνησε κατ’ επανάληψη με τον ισοβίτη Μάκη Γιαννουσάκη αφού ειδοποιήθηκε από τον δημοσιογράφο Μάκη Τριανταφυλλόπουλο: «αφού ειδοποιήθηκα από τον δημοσιογράφο Τριανταφυλλόπουλο ότι ήθελε να μιλήσει, μίλησα μαζί του.»

Είναι σαφές από τα παραπάνω ότι έχουμε να κάνουμε, με βάση τα λεγόμενα από τον ίδιο ότι έχουμε να κάνουμε με έναν δημοσιογράφο που δεν κυνηγάει απλώς μια είδηση ή αποκλειστικότητα. Δεν συμπεριφέρεται καν ως ένας ακόμη «τηλε-εισαγγελέας» ή «τηλε-ντετέκτιβ», αλλά ως κάποιος που μπορεί να κινητοποιεί την κυβέρνηση, να ενημερώνει, κατά το δοκούν τον έναν ή τον άλλο υπουργό και να κρίνει ο ίδιος εάν και πότε θα πάει να ενημερώσει, ως οφείλει, τις εισαγγελικές αρχές. Όπως ο ίδιος παραδέχεται, ακόμη και όταν του υπέδειξε ο αρμόδιος υπουργός Δικαιοσύνης να ενημερώσει (υποθέτουμε αμέσως, λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης) ο ίδιος επέλεξε να το κάνει «αργότερα και αφού είχα ολοκληρώσει τις συνεντεύξεις μου με τον Γιαννουσάκη.»

Ομολογουμένως, ενδιαφέρουσα άποψη περί της ελαστικότητας του χρόνου και της νομιμότητας από έναν δημοσιογράφο που αρέσκεται να παρουσιάζεται ως κήνσορας της ηθικής και ο οποίος κρίνει ότι μπορεί ακόμη και αγνοεί υποδείξεις υπουργών ή να πηγαίνει σε όποιον υπουργό θα έχει περισσότερο «ευήκοον ους».

Σήμερα το Unfollow αποκαλύπτει μια ακόμη ενδιαφέρουσα πτυχή της όλης υπόθεσης. Μηνύματα sms που αντάλλαξε ο ισοβίτης Μάκης Γιαννουσάκης με τον δημοσιογράφο Μάκη Τριανταφυλλόπουλο το βράδυ της 17ης Ιανουαρίου 2017, όταν ύστερα από ένα πλήθος επικοινωνιών του Γιαννουσάκη με τον Πάνο Καμμένο αλλά και τον Τριανταφυλλόπουλο κατέφθασε εσπευσμένα η προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά, Ειρήνη Τζίβα, στις φυλακές όπου κρατείτο ο Γιαννουσάκης για να του πάρει κατάθεση.

Έτσι λοιπόν το απόγευμα της 17ης Ιανουαρίου και πριν αρχίσουν οι συχνές επικοινωνίες με τον Πάνο Καμμένο είναι ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος που σε συνέχεια συνομιλίας που είχε με τον Μάκη Γιαννουσάκη του ανακοινώνει ότι φρόντισε ο ίδιος να πάει ο [sic] προϊστάμενος εισαγγελίας να του πάρει κατάθεση. Το κείμενο του μηνύματος είναι αρκούντως αποκαλυπτικό: «Φρόντισα να έρθει σήμερα ο προϊστάμενος εισαγγελίας για να σου πάρει κατάθεση. Πες τα όλα άφοβα όπως τα είπες σ εμένα για να βγω φόρα παρτίδα. Η οικογένεια σου θα είναι καλυμμένη από σήμερα το βράδυ». Κοινώς ένας δημοσιογράφος μπορεί όχι μόνο να «φροντίζει» να πάει εισαγγελέας να πάρει κατάθεση αλλά μπορεί και να εγγυηθεί την ασφάλεια της οικογένειας του ισοβίτη.

Όμως, ενδιαφέρον έχει η αντίδραση του ισοβίτη, ο οποίος απαντά ότι δεν θα δώσει καμία κατάθεση τώρα έτσι και ότι αυτό το είχε πει στο δημοσιογράφο από το πρωί και αντιπροτείνει να μιλήσουν το πρωί. Κοινώς ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος είναι αυτός που πιέζει για κατάθεση, την οποία «οργανώνει» κιόλας, παρά την αντίθετη γνώμη του ίδιου του έγκλειστου ισοβίτη. Μάλιστα για να δείξει ο Τριανταφυλλόπουλος ότι δεν τα κάνει μόνος του αλλά είναι σε συνεννόηση με την κυβερνητική πλευρά στέλνει μήνυμα, λέγοντας ότι «είναι ενημερωμένη όλη η ηγεσία. Ο Καμμε».

Είναι τόσο το ενδιαφέρον του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου για να δώσει ο Γιαννουσάκης αυτή την κατάθεση, την οποία ο ίδιος ο έγκλειστος έχει πει ότι δεν θέλει να την κάνει με αυτούς τους όρους, που του στέλνει μήνυμα στις 9.36 μμ ρωτώντας τον «Ήρθε;» για να λάβει την απάντηση «Όχι ακόμη». Θυμίζουμε ότι όπως έχει πια αποκαλυφθεί εκείνο το βράδυ η εισαγγελέας κ. Τζίβα άργησε να φτάσει στις Φυλακές Αυλώνα, όπου κρατείτο ο Γιαννουσάκης γιατί αρχικώς εκ παραδρομής πήγε στις φυλακές… Κορυδαλλού. Το γεγονός σχολιάζει με μηνύματά του στον Γιαννουσάκη και ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος: «Απίστευτο! Πήγε σε άλλη φυλακή. Μου λένε ότι έρχεται τώρα».

Κοινώς, ένας δημοσιογράφος όχι μόνο γνωρίζει ότι θα πάει μια εισαγγελέας να πάρει κατάθεση, σε μια υπόθεση πολύκροτη και στις ανοιχτές πλευρές της δικογραφίας απόρρητη, αλλά και είναι σε «ανοιχτή γραμμή» με στελέχη της κυβέρνησης που τον ενημερώνουν ακόμη και για την πιο μικρή λεπτομέρεια, λειτουργώντας ως άτυπος «συντονιστής» προσπάθειας. Ενδιαφέρουσα, ομολογουμένως, αντίληψη για την «τέταρτη εξουσία».

Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Κυνηγώντας την είδηση και με ισοβίτες θα μιλήσεις και με υπουργούς. Άλλο αυτό και άλλο να λειτουργείς ως ιδιότυπο τμήμα ενός πολιτικού – δημοσιογραφικού και δικαστικού κυκλώματος. Επιπλέον, εάν όντως σε νοιάζει η δημοσιογραφία και δεν εξυπηρετείς μια πολιτική και επιχειρηματική ατζέντα δεν εισπράττεις τοις μετρητοίς ό,τι πέφτει στην αντίληψή σου. Γιατί, προφανώς δεν είναι αυτονόητα αποδεκτά αυτά που λέει και υποστηρίζει ένας καταδικασμένος πρωτόδικα σε ισόβια, και μάλιστα σε μια από τις πιο πολύκροτες υποθέσεις διακίνησης ναρκωτικών στην Ελλάδα (και ο οποίος διεκδικεί ελαφρυντικά – όχι την αθωότητά του). Κανείς θα έλεγε ότι ισχύει μάλλον το ακριβώς αντίθετο: η ανάγκη μέγιστης επιφύλαξης. Επιφύλαξη που όχι μόνο δεν επέδειξε ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος όταν έσπευσε να υιοθετήσει πλήρως τους αρχικούς ισχυρισμούς του Γιαννουσάκη, προσπαθώντας μάλιστα –κατά τα γραφόμενα του ίδιου του εκδότη της «Ζούγκλας»– να κινητοποιήσει υπουργούς, ενώ στοιχειώδης δεοντολογία θα απαιτούσε στο βαθμό που είναι αντιμέτωπος με τα ήξεις-αφίξεις του Γιαννουσάκη να αποφύγει να διαλέξει τι από αυτά ίσχυε και τι ήταν εκ των υστέρων ανασκευή. Αντίθετα, αρνήθηκε ακόμη και να δημοσιοποιήσει ότι ο συνομιλητής του είχε αναιρέσει όσα του είχε αρχικά πει.

Στη λογική του UNFOLLOW, σε αντίθεση με άλλα έντυπα και ιστοσελίδες, ποτέ δεν ανήκε η εξυπηρέτηση της όποιας προσωπικής, επιχειρηματικής ή κυβερνητικής ατζέντας. Είναι, επίσης, προφανής ο κίνδυνος ότι ειδικά σε μια μεγάλη ποινική υπόθεση η ατζέντα κάποιων από τους συμμετέχοντες θα καθορίζεται και από την αναζήτηση αποφυγής ποινών.

Και βέβαια γεννιούνται σοβαρά ερωτήματα για την ανάμειξη του Πάνου Καμμένου. Το να επισκεφτεί ένας δημοσιογράφος τον υπουργό Δικαιοσύνης σχετικά με μια πολύκροτη δικαστική έρευνα έχει τη λογική του. Αλλά γιατί να ενημερώσει και τον υπουργό Εθνικής Άμυνας που δεν είναι καθ’ ύλην αρμόδιος; Ποιος ο λόγος να παρακολουθεί τόσο στενά την υπόθεση Noor-1 ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, να έχει πρόσβαση σε πτυχές της που δεν ανήκουν στις δημόσιες πλευρές της και να ανακατεύεται στη διερεύνησή της (κατά την απόρρητη φάση της ανάκρισης); Και τελικά ποιος υπουργός πήρε πρώτος την πρωτοβουλία να ενημερώσει τις δικαστικές αρχές, ο Πάνος Καμμένος, όπως ο ίδιος δήλωσε αρχικά μετά την αποκάλυψη της συνομιλίας Γιαννουσάκη–Χριστοφορίδη, ή ο Σταύρος Κοντονής;

Όμως, και ως προς τους χειρισμούς του υπουργού Σταύρου Κοντονή υπάρχουν ερωτήματα. Το να επιδείξει ενδιαφέρον σε καταγγελίες και άρα να στείλει εισαγγελικό λειτουργό ήταν όντως εντός των καθηκόντων του. Γιατί, όμως, επέλεξε να δώσει εντολή στην κ. Τζίβα, που δεν χειρίζεται την έρευνα για τα ναρκωτικά και το Noor-1 αλλά την παράλληλη έρευνα για το λαθρεμπόριο πετρελαίου, και δεν έστειλε την κ. Αλβανού που χειρίζεται την υπόθεση για τα ναρκωτικά; Γιατί έπρεπε να πάει ειδικά αυτή η δικαστικός; Γιατί δεν εστάλη η αρμόδια Εισαγγελέας κ. Αλβανού; Γιατί καθυστέρησε τόσο η διερεύνηση της μηνυτήριας αναφοράς που κατέθεσε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου ο Γιαννουσάκης;

Εδώ πρέπει να πούμε ότι αξιόπιστες πηγές από το χώρο της Δικαιοσύνης μάς εξήγησαν ότι η μεθοδολογία για να στηθεί αυτό που συνήθως ονομάζουμε «παραδικαστικό κύκλωμα», δηλαδή μια απόπειρα χειραγώγησης της Δικαιοσύνης, περιλαμβάνει ακριβώς το άνοιγμα παράλληλων ερευνών.
Ειδικά για την περίπτωση του Πάνου Καμμένου πρέπει να σημειώσουμε ότι έχει επιδείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Αρκεί να αναλογιστούμε διάφορες παρεμβάσεις του ήδη από το 2015, ενώ πρόσφατα στο πλαίσιο της δικαστικής διαμάχης του με τον εκδότη της εφημερίδας Παραπολιτικά Γιάννη Κουρτάκη και τον διευθυντή της Παναγιώτη Τζένο, στις 2 Φεβρουαρίου 2017, υποστήριξε δημόσια ότι υπάρχουν καταθέσεις ενός καπετάνιου σχετικά με το Noor-1. Από πού και ως πού μπορεί να περιφέρεται ένας υπουργός Άμυνας και να διακηρύττει ότι γνωρίζει στοιχεία για μια εν εξελίξει και απόρρητη δικαστική έρευνα;

Οποιοσδήποτε δημοσιογράφος δεν θέλει να είναι πιόνι σε σχεδιασμούς άλλων και είχε στα χέρια αυτό το υλικό, με τις εμφανείς αντιφάσεις, τις προφανείς παλινωδίες, τα ήξεις-αφίξεις, τη διάχυτη αίσθηση ότι διάφορα πολιτικά και δικαστικά κέντρα κινούνται με προαποφασισμένες ατζέντες, δεν θα έσπευδε χωρίς στοιχεία να διαλέξει αφήγημα και να το αναπαραγάγει, δεν θα υιοθετούσε άκριτα γνώμες προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, δεν θα μοίραζε χαρακτηρισμούς και ετυμηγορίες μέσω τίτλων και πάνω από όλα δεν θα έσπευδε να βγάλει το μισό υλικό παρά την ρητή ακύρωσή του από την ίδια του την πηγή. Θα διατηρούσε τις υποψίες και τις επιφυλάξεις του και θα συνέχιζε την έρευνά του. Και σε κάθε περίσταση θα ήταν αρκετά πιο προσεκτικός, ιδίως όταν έχουν υπάρξει αποκαλύψεις ότι ο ίδιος , είχε πάει να ζητήσει χρήματα από τον Β. Μαρινάκη το 2016 («3-4 εκατομμύρια») για να του φτιάξει κανάλι, όπως είχε αποκαλυφθεί.

Η σχέση του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου με κρατικούς μηχανισμούς και ειδικά με τμήματα των υπηρεσιών ασφαλείας είναι γνωστή από παλιά. Ούτε μπορούμε να ξεχάσουμε ότι υπήρξε ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της δημοσιογραφίας των «κρυφών καμερών», της χρήσης προϊόντων υποκλοπών, του διασυρμού ανθρώπων μόνο και μόνο για την τηλεθέαση. Παρουσιάζει στο βιογραφικό του με υπερηφάνεια ότι άλλαξε πολλά μέσα επειδή ήταν ασυμβίβαστος αλλά αποφεύγει να αναφερθεί στο πλήθος των καταδικών σε βάρος και από τα δικαστήρια και από την ΕΣΗΕΑ. Μάλιστα, όπως γράψαμε και σε κείμενο στα Παραπολιτικά, ενίοτε οι καταδίκες πιάνουν τόπο, εφόσον π.χ. η αποζημίωση που υποχρεώθηκε να καταβάλει υπέρ του τέως Πρύτανη του Πανεπιστημίων Αθηνών, κ. Μιχάλη Σταθόπουλο διατέθηκε από τον τελευταίο για να κάνει το πανεπιστήμιο έρευνες πάνω στη δημοσιογραφία.

Ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος επέλεξε να βγει από τη σύνταξη και την αποστρατεία, όχι για να ερευνήσει μια υπόθεση αλλά για να παίξει το ρόλο του «πιστολιού», το ρόλο αυτού που αναλαμβάνει να «καθαρίσει» για λογαριασμών άλλων, ακόμη και εάν αυτό είναι σε βάρος της αντικειμενικότητας και της ενημέρωσης. Όπως είχε κάνει και λίγους μήνες πριν όταν είχε βγάλει στη zougla.gr προσωπικά μηνύματα του αντιπροέδρου του ΣτΕ Αθ. Ράντου, παραμονές της συζήτησης για τη διαδικασία αδειοδότησης των καναλιών, που αξιοποιήθηκαν για την παραπομπή του στο πειθαρχικό, από το οποίο απαλλάχτηκε πρόσφατα πανηγυρικά.

Όμως, ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος είναι ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος. Που άλλαξε πολλά μέσα όχι μόνο για τις αποκαλύψεις του αλλά και για την κατακραυγή που προκάλεσαν κατά καιρούς οι αντιδεοντολογικές πρακτικές του. Που δεν δίστασε να πρωταγωνιστεί σε μια άθλια απόπειρα σπίλωσης του Γαβριήλ Σακελλαρίδη το 2014. Που διάλεξε κάποτε ειρωνικά τον τίτλο «Κίτρινος Τύπος» για την εκπομπή του για να αποδειχτεί κυριολεξία. Όμως, είναι αυτός που είναι.
Το ερώτημα είναι η κυβέρνηση γιατί τον εμπιστεύεται; Γιατί υπουργοί όπως ο Πάνος Καμμένος και ο Σταύρος Κοντονής σπεύδουν να υιοθετήσουν τις γνώμες του αλλά και να ανταποκριθούν στις παρεμβάσεις του, χωρίς καμιά δεύτερη σκέψη παρότι έχει δείξει ότι έχει δική του «ατζέντα» για την υπόθεση; Γιατί δύο υπουργοί της κυβέρνησης αναμειγνύονται τόσο ενεργά σε αυτή την υπόθεση σε αγαστή συνεργασία με τον Τριανταφυλλόπουλο; Γιατί οι δημοσιογράφοι της Εφημερίδας των Συντακτών, που κάποτε έκαναν πραγματική εκστρατεία εναντίον του, τώρα σπεύδουν να συντονιστούν μαζί του και να ταυτιστούν με την οπτική του;

Η υπόθεση Noor-1 πρέπει επιτέλους κάποτε να διαλευκανθεί πλήρως. Γιατί εξακολουθεί να ρίχνει βαριές σκιές πάνω σε διάφορες πλευρές του δημόσιου βίου. Όπως πρέπει να διερευνηθεί και η διαχείρισή της, η μετατροπή της σε εργαλείο εκβιασμών και επηρεασμού πολιτικών και επιχειρηματικών συσχετισμών, αλλά και το όλο κουβάρι διωκτικών αρχών, οικονομικών συμφερόντων και εκπροσώπων της κατευθυνόμενης δημοσιογραφίας που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αποτέλεσε μέχρι τώρα τη βασική τροχοπέδη για να έρθει στο φως η αλήθεια. Αυτό έχουμε ανάγκη και όχι άλλη επικοινωνιακή διαχείριση ή κοντόθωρους πολιτικούς και εκλογικούς υπολογισμούς.

Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Δυσδιάκριτα τα όρια Δημοκρατίας και Τυραννίας, όταν…


Γράφει ο  Θανάσης Μαυρίδης, http://www.liberal.gr

Κάθε ημέρα που περνάει αποδεικνύεται ότι όσα έχουν ειπωθεί μέχρι σήμερα για την καθεστωτική αντίληψη του ΣΥΡΙΖΑ και για την ακραία αντιδημοκρατική αντίληψη στελεχών τους είναι λίγα σε σχέση με εκείνα που οι ίδιοι αποκαλύπτουν για τον εαυτό τους. Δεν υπάρχει προηγούμενο με τις δηλώσεις Τσίπρα για την Δικαιοσύνη. Είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι. 

Στην Δημοκρατία υπάρχει η αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Μόνο σε απολυταρχικά καθεστώτα συναντάμε κάτι διαφορετικό. Ας θυμηθούμε την χτεσινή δήλωση του κ. Τσίπρα: «εμείς οι αστοιχείωτοι καταφέρνουμε και ξεπερνάμε πολλές φορές ακόμα και θεσμικά εμπόδια αυτών που έχουν ιδιαίτερη στοιχείωση για να μας θέτουν τέτοια εμπόδια». 

Ο κ. Τσίπρας επιχείρησε  να «καλύψει» πολιτικά τον κ. Πολάκη, ο οποίος είχε στραφεί εναντίον της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας για τους φορολογικούς ελέγχους. Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε υπουργούς της κάθε κυβέρνησης να στρέφονται εναντίον της Δικαιοσύνης, όταν οι αποφάσεις της δεν τους είναι αρεστές. Διότι αυτό έκανε ο κ. Πολάκης. Θα περίμενε κανείς ότι ο πρωθυπουργός της χώρας θα έσπευδε να βάλει τον υπουργό του στην θέση του. Αλλά δεν συνέβη αυτό! Ο κ. Τσίπρας κάλυψε απόλυτα τον κ. Πολάκη και φυσικά έδωσε το παρασύνθημα περί … θεσμικών εμποδίων. Πρωτάκουστο; Πράγματι, αν και στην Ελλάδα ο μιθριδατισμός έχει ήδη σημειώσει θαυμαστά αποτελέσματα. 

Να μην εισέλθουμε στη ουσία της υπόθεσης των φορολογικών ελέγχων. Θα μας απασχολήσει σε άλλο σημείωμα. Αρκεί, πάντως, να σημειώσουμε δύο πράγματα: Το πρώτο είναι ότι φορολογικοί έλεγχοι σε βάθος δεκαπέντε ετών δεν γίνονται σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου και μάλιστα με τον πολίτη να φέρει την υποχρέωση να αποδείξει ότι δεν είναι ένοχος! Το δεύτερο είναι ότι στα δυόμισι αυτά χρόνια που ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκεται στην εξουσία τα αποτελέσματα των ελέγχων δεν έχουν  φέρει σημαντικά αποτελέσματα. Γι αυτό δεν ευθύνονται, φυσικά, οι δικαστές… 

Το πιο σπουδαίο, όμως, είναι ότι βάλλεται η Δικαιοσύνη, επειδή προσπάθησε να σηκώσει ασπίδα προστασίας στους πολίτες έναντι της αυθαιρεσίας του κράτους. Αυτό ήταν το γεγονός που εξόργισε τους κκ Τσίπρα και Πολάκη.  Προφανώς στην δική τους αντίληψη οι Θεσμοί έχουν έναν άλλο ρόλο. Κι αν οι Θεσμοί δεν συμφωνούν με αυτό τον ρόλο, τόσο το χειρότερο για τους Θεσμούς.

Αλήθεια, τι έχει να πει γι αυτό το θέμα ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος; Ούτε αυτό το περιστατικό είναι άξιο για να θυμηθούν οι πολιτικοί ποια είναι τα όριά τους σε μία αστική Δημοκρατία; Αν μπορεί ο καθένας να ασκεί την εξουσία μέσα σε όρια που ο ίδιος καθορίζει, τότε τι είναι εκείνο που διακρίνει την «Δημοκρατία» μας από την Τυραννία; Κι αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να επισημάνει, τουλάχιστον αυτό, τον εκτροχιασμό ενός πολιτικού άνδρα, τότε ποιος είναι ο ρόλος του, αν όχι διακοσμητικός και μόνο;